Ονοματοδοσία και βάπτιση παιδιού με δικαστική απόφαση

Σε περίπτωση που οι γονείς ενός ανήλικου τέκνου διαφωνούν για το θέμα του ονόματος και της βάπτισης του παιδιού τους, αυτό το σημαντικό ζήτημα μπορεί να λυθεί δικαστικά, καθώς το άρθρ. 1512 ΑΚ ορίζει ότι αν οι γονείς διαφωνούν κατά την άσκηση της γονικής μέριμνας, και το συμφέρον του ανήλικου τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το Δικαστήριο.

Από τις διατάξεις των άρθρ. 1510, 1511 και 1512 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά τις αλλαγές που εισήγαγε ο ν. 4800/2021, προκύπτει ότι η γονική μέριμνα ασκείται από κοινού και εξίσου και από τους δύο γονείς. Η πολιτεία εμπιστεύεται στους γονείς το λειτούργημα της φροντίδας και της ανατροφής των παιδιών, ως εκ του φυσικού δεσμού και της στοργής τους απέναντι στα παιδιά τους και για το σκοπό αυτό παρέχει στους γονείς τις σχετικές εξουσίες, ώστε να μπορούν να επιτελέσουν το έργο αυτό. Το περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αναλύεται σε επί μέρους δικαιώματα (όπως η υγεία και η εκπαίδευση, η δόση ονόματος και η επιλογή θρησκεύματος). Κάθε δε απόφαση των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει ν’ αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Το συμφέρον αυτό, εφόσον δεν υπάρχει περιορισμός από το νόμο, λαμβάνεται υπόψη υπό την ευρεία και γενική έννοια και για τη διαπίστωση της συνδρομής του εξετάζεται σε συνδυασμό προς όλα τα επωφελή και πρόσφορα για το ανήλικο τέκνο στοιχεία και περιστάσεις. Το συμφέρον του ανήλικου τέκνου αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το Δικαστήριο της ουσίας. Για την εξειδίκευση της έννοιας αυτής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμώνται από το Δικαστήριο τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί από τους κανόνες της λογικής και κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου τέκνου και τα πορίσματα ψυχολογίας, πρέπει δε να αιτιολογείται ειδικά και, εμπεριστατωμένα (ΑΠ 537/2012, ΑΠ 2130/2007 και ΑΠ 1218/2006).

Σε περίπτωση διάστασης των γονέων η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου ανατίθεται με δικαστική απόφαση στον έναν από τους δύο γονείς, πχ. στην μητέρα, τότε η μητέρα έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει μόνη της, μόνο για τα τρέχοντα και καθημερινά θέματα, τα σχετιζόμενα με την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου, όχι δε και εκείνα τα θέματα που είναι προορισμένα για να επηρεάσουν κρίσιμα για τη ζωή του παιδιού θέματα (όπως ονοματοδοσία, επιλογή αναδόχου, επιλογή θρησκεύματος, βάπτιση κλπ), για τα οποία δεν είναι αρκετή η απόφαση του ενός από τους δυο γονείς. Και τούτο γιατί, και αν ακόμη η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου έχει ανατεθεί με δικαστική απόφαση στον έναν γονέα πχ. στην μητέρα, εξακολουθεί να παραμένει στον πυρήνα της γονικής μέριμνας η λήψη απόφασης επί των πιο πάνω σοβαρών ζητημάτων, όπως η δόση ονόματος, η επιλογή αναδόχου, η επιλογή θρησκεύματος και η διαδικασία της βάπτισης, τα οποία είναι καθοριστικά για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας και τη ζωή του ανήλικου τέκνου, γι’ αυτό είναι και απαραίτητο, εφόσον η γονική μέριμνα ανήκει και στους δυο γονείς, να αποφασίζουν από κοινού και εξίσου για τα ζητήματα αυτά, καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια για την εξεύρεση μίας κοινώς αποδεκτής λύσης και αν διαφωνούν, τη διαφορά τους θα τη λύσει το Δικαστήριο (ΑΠ 1321/1992, Αρμ 1994. 340, ΕφΑθ 4287/2005, αδημ.). Την ύπαρξη του συμφέροντος του ανήλικου τέκνου θα αντλήσει το Δικαστήριο από την κοινωνική πείρα, την κοινή συνείδηση της κοινωνίας, με αντικειμενικά κριτήρια και μέτρα. Η δε δικαστική κρίση πρέπει να κατατείνει στη διαφύλαξη, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, του ψυχικού και συναισθηματικού κόσμου του παιδιού. Στην περίπτωση δε που οι γονείς είναι αλλόθρησκοι η εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου είναι δυσχερές εγχείρημα. Το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση σχετικά με την ένταξη του παιδιού στο ένα ή άλλο θρήσκευμα ή δόγμα, δεν θα προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση των διαφόρων θρησκευτικών ή δογματικών διδασκαλιών, αλλά θα προσδιορίσει τη θρησκευτική εκπαίδευση του παιδιού, στηριζόμενος στις κρατούσες θρησκευτικές πεποιθήσεις του στενότερου οικογενειακού ή κοινωνικού περιβάλλοντος, όπου προορίζεται να ζήσει και ν’ αναπτυχθεί το παιδί. Σε περίπτωση που το θρήσκευμα των δύο γονέων είναι κοινό, πχ. αν είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι και οι δύο γονείς, τα πράγματα είναι σαφώς πιο απλά. Το Δικαστήριο θα εξετάσει τους λόγους άρνησης του εναγόμενου γονέα να συμπράξει ώστε να συντελεστεί η βάπτιση του ανήλικου τέκνου, αναλογιζόμενο αποκλειστικά και μόνο το συμφέρον του ανήλικου τέκνου, χωρίς να λάβει υπόψη του προσωπικούς λόγους του εναγόμενου γονέα στην άρνηση βάπτισης του παιδιού του (πχ. κακές σχέσεις μεταξύ των γονέων, αντεκδίκηση, έχθρα και μίσος του ενός γονέα προς τον άλλον γονέα, απαγόρευση προσέγγισης του ενός γονέα από τον άλλον γονέα). Το Δικαστήριο ενδιαφέρει αποκλειστικά και μόνο το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου, όπως προκύπτει από το πνεύμα και το γράμμα του νόμου (άρθρ. 1511 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρ. 5 του ν. 4800/2021), καθώς η διατήρηση της συγκεκριμένης εκκρεμότητας από τη μη επιλογή θρησκεύματος σε ένα παιδί, λόγω της άρνησης του ενός γονέα να προχωρήσει η διαδικασία της βάπτισης, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής τους θρησκείας, μπορεί να έχει συνέπειες στην ψυχοσωματική και πνευματική του ανάπτυξη και αποτελεί καταχρηστική συμπεριφορά που ξεπερνάει, και μάλιστα κατά πολύ, την καλή πίστη, τα συναλλακτικά χρηστά ήθη και τον κοινωνικό σκοπό του εν λόγω δικαιώματος. Το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου επιτάσσει τη μη διαφοροποίηση του από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του, τα οποία ακολουθούν ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, που περιλαμβάνει αγιασμό κατά την έναρξη του σχολικού έτους, προσευχή το πρωί, καθώς και τον εκκλησιασμό στις επίσημες εορτές. Είναι γνωστό τοις πάσι ότι ειδικά αυτή την χρονική περίοδο παρατηρείται έξαρση βίας εντός του κόλπου της σχολικής κοινωνίας, καθώς και ρατσιστικές επιθέσεις, απέναντι σε παιδιά που διαφοροποιούνται ιδίως ως προς τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Εκτός των άλλων, η βάπτιση ενός παιδιού συνιστά επιλογή θρησκεύματος, δίνει τέλος σε μία κατάσταση θρησκευτικής ουδετερότητας και συντελεί στη διατήρηση και ενίσχυση του ψυχικού και συναισθηματικού δεσμού του ανήλικου παιδιού με το οικογενειακό, φιλικό και σχολικό του περιβάλλον, γεγονός που είναι απαραίτητο για την περαιτέρω ομαλή ψυχοσωματική και πνευματική ανάπτυξη ενός παιδιού.

Δυνάμει της υπ’ αριθ. 114/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, αδημ., διατάχθηκε η βάπτιση της ανήλικης θυγατέρας των διαδίκων, σε συγκεκριμένο Ιερό Ναό κατά τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, λόγω της άρνησης της μητέρας να συμπράξει στην βάπτιση της ανήλικης θυγατέρας της. Ως θρησκευτική αγωγή του ανηλίκου τέκνου νοείται το σύνολο των ενεργειών αναφορικά με την ένταξή του σε ορισμένο θρήσκευμα, καθώς και τη διαμόρφωση της θρησκευτικής συνειδήσεως του. Με άλλα λόγια, οι γονείς δύνανται να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες για την τυπική και ουσιαστική είσοδο του παιδιού τους σε ορισμένη θρησκευτική κοινότητα και συνάμα να του μεταδώσουν τις οποιεσδήποτε θρησκευτικές τους πεποιθήσεις, εφόσον αυτές πρεσβεύουν οι ίδιοι, υπό τον όρο πως αυτές δεν αντιβαίνουν στο Σ, τη δημόσια τάξη ή τα συναλλακτικά χρηστά ήθη, όπως συνάγεται εκ του άρθρ. 2 παρ. 4 του Σ. Αντιθέτως, αν οι πεποιθήσεις αυτές έρχονται σε σύγκρουση με το Σ, τότε το δικαίωμα αποδυναμώνεται και το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο, ακόμη δύναται να προβεί μέχρι και στην αφαίρεση της γονικής μέριμνας από τον έναν ή και τους δύο γονείς. Τα ίδια θα ισχύσουν και σε περίπτωση που ναι μεν το περιεχόμενο των μεταδιδόμενων πεποιθήσεων συνάδει με το Σ, αλλά η ακολουθούμενη μέθοδος θρησκευτικής αγωγής, είτε αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, είτε συνιστά παράβαση νόμου υπό την έννοια του άρθρ. 13 παρ. 4 του Σ. Επίσης, το Δικαστήριο δύναται να παρέμβει και σε άλλες περιπτώσεις προκειμένου να προστατευθεί η αδιαμόρφωτη ακόμη θρησκευτική συνείδηση του ανηλίκου τέκνου. Η απορρέουσα δε εκ της επιμέλειας αρμοδιότητα των γονέων να καθορίζουν το θρήσκευμα και το δόγμα του παιδιού δια του μυστηρίου του βαπτίσματος που τελείται εφάπαξ (ΟλΑΠ 240/1975), δεν συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση στη θρησκευτική συνείδηση του, ούτε προσηλυτισμό και κατ’ επέκταση δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρ. 13 του Σ, αφού δεν δύναται το ίδιο το παιδί να αφήνεται σε μια κατάσταση θρησκευτικής ουδετερότητας, εφόσον δεν διαθέτει την αναγκαία ωριμότητα, είτε να επιλέξει το θρήσκευμα που επιθυμεί, είτε να μην επιλέξει κανένα θρήσκευμα.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.